Η γενιά που κοιμόταν με τις πόρτες ανοιχτές

0

Γράφει ο Γρηγόρης Μπακλώρης

Σε μια γειτονιά της Αθήνας ακούστηκε αυτή η γραφική φράση, που αν μη τι άλλο είναι η «ατάκα» μιας ολόκληρης γενιάς. Το MyDimosio επισκέφτηκε μια παρέα ηλικιωμένων όπου μας υποδέχτηκαν γεμάτοι ζωντάνια και όρεξη. Και οι τέσσερις είχαν κοινές εμπειρίες καθώς βίωσαν τη φτώχεια και τις κακουχίες της δεκαετίας του 40’.

Πρώτα ξεκίνησε δειλά δειλά η κυρία Μαρκέλλα, η οποία όταν είπε το ιστορικό ΟΧΙ ο Μεταξάς ζούσε στην Αλεξάνδρεια.

Μαρκέλλα : ‘ Ήταν δύσκολα τα πράγματα ακόμα και στην Αίγυπτο σκεφτόμασταν την Ελλάδα και ήμασταν πνευματικά και ψυχικά μαζί με τον ελληνισμό. Στην Ελλάδα μόνιμα ήρθαμε το 67’ μετά τον πόλεμο των έξι ημερών. Για την κατοχή μαθαίναμε ότι η Ελλάδα πέρναγε δύσκολες μέρες, αλλά με κάθε μέσο στην Αλεξάνδρεια φωνάζαμε υπέρ της Ελλάδας.

Ύστερα από την εξομολόγηση της κυρίας Μαρκέλλας που ήταν και η γηραιότερη της παρέας γεννηθείσα το 1931, σειρά είχε η κυρία Πόπη, η οποία και βίωσε την κατοχή στην Άρτα σε ηλικία 6 ετών.

Πόπη : Θυμάμαι πόσο βίαιοι ήταν οι Γερμανοί. Σκοτώνανε τα ζώα στο χωριό και μας έκλεβαν ότι τρόφιμα είχαμε αποθηκεύσει. Την 1η νύχτα που ήρθαν στην Αμφιλοχία θυμάμαι που τρέχαμε στο χωριό πάνω στο εκκλησάκι στις πλατανιές να κρυφτούμε. Ακόμα ανατριχιάζω που στο περιγράφω. Δεν είχαμε φαγητό ούτε νερό.

Κάπου εκεί η φιλενάδα της Πόπης η κυρία Κούλα την διέκοψε ίσως για να την προστατεύσει, καθώς φαινόταν ότι είχε έντονη συναισθηματική φόρτιση.

Πόπη : Άκου να σου πω νεαρέ μου

Εγώ : Πείτε μου κυρία Πόπη !

Πόπη : Οι Γερμαναράδες ήρθαν στο χωριό μου στη Κυλλήνη ,και τρέχανε οι μάνες να κρύψουν τα αγόρια. Είχαμε ακούσει ότι εκτελούσανε άντρες στην Πελοπόννησο για αντίποινα. Όμως είχαμε σθένος ,πατριωτισμό. Κόβαμε από τις φούστες το ύφασμα και φτιάχναμε σημαίες ελληνικές. Δεν σταματήσαμε λεπτό να πιστεύουμε ότι θα φύγει ο ζυγός. Εμείς κάτω στα μέρη μου είμαστε πατριώτες αγόρι μου.

Εγώ : Τι γνώμη έχετε για τους Ιταλούς;

Πόπη : Οι Ιταλοί ήταν καλά παιδιά, καμία σχέση με τους Γερμανούς. Τρώγανε μαζί μας και κάνανε και πλάκα. Δεν τους συμπαθούσαν οι Γερμανοί γιατί τους ντροπιάσανε στην Αλβανία. Τους υποτιμούσαν κατά βάθος.

Κάπου εκεί ο άντρας της παρέας ο κύριος Δημήτρης από τη Μεσσήνη πήρε τη σκυτάλη γιατί είχε να πει κάτι σημαντικό.

Δημήτρης : Εγώ στην κατοχή ήμουνα στη Μεσσήνη 5 ετών. Ο πατέρας μου είχε πολεμήσει στο μέτωπο στην Αλβανία. Έκανε 2,5 μήνες να γυρίσει με τα πόδια.

Εγώ : Τι τρώγατε στη κατοχή;

Δημήτρης : Τι τρώγαμε; Ότι υπήρχε. Κρέας δεν θυμάμαι να σου πω πόσο καιρό έκανα να φάω. Πολύ πείνα δεν μπορεί να φανταστεί η γενιά σου.

Εγώ : Οι Γερμανοί πως συμπεριφέρθηκαν ως κατακτητές;Mr Dimitris

Δημήτρης : Βάναυσοι! Μας κάψανε δύο χωριά και εκτελέσανε όλους τους άντρες. Στα  μέρη μου ο Γερμανός είναι σαν το κακό σκυλί. Πολύ μίσος είχαμε γιαυτούς.

Εγώ : Πως βλέπετε την κατάσταση σήμερα, ύστερα από αυτά που έχετε βιώσει;

Δημήτρης : Τραγική. Φοβάσαι να βγεις από το σπίτι μέχρι το περίπτερο. Τι να σου πω από το κακό στο χειρότερο.

Σίγουρα αυτή η παρέα είχε πολλά να πεί ακόμα, αλλά η παρέα η παρουσία τους στην κοινωνία, η αύρα τους, η καλοσύνης τους, δεν αποτυπώνονται σε καμία στήλη. Είναι η γενιά που δεν θα σε αφήσει ήσυχο αν δεν φας και την τελευταία μπουκιά στο πιάτο. Η γενιά της ντομπροσύνης και της ανυπέρβλητης ψυχικής δύναμης. Οι τελευταίοι του 40.