Το ρήγμα της Πάρνηθας, που έδωσε τον σεισμό του ’99, δεν κοιμάται ποτέ

0

Το ρήγμα της Πάρνηθας ξύπνησε άσχημες μνήμες τον περασμένο Ιούλιο, όταν η Αττική «ταρακουνήθηκε» από τη σεισμική δόνηση μεγέθους 5,3 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ με επίκεντρο τη Μαγούλα.

Το ρήγμα της Πάρνηθας ή ρήγμα της Φυλής μοιάζει με ένα βραχώδες τείχος που εκτείνεται σε μήκος 10 – 12 χιλιομέτρων από τα βορειοδυτικά της Φυλής μέχρι τις Αχαρνές. Είναι το ορατό διά γυμνού οφθαλμού κομμάτι, όπως έχει διαμορφωθεί από τους σεισμούς εδώ και εκατομμύρια χρόνια.

Οι δύο «επιφάνειες», δηλαδή το τείχος και το έδαφος, σπρώχνει η μία την άλλη, με αποτέλεσμα το έδαφος σε κάθε σεισμό να βυθίζεται» και το τείχος να ανεβαίνει προς τα πάνω. Το τείχος αυτό έχει ύψος σήμερα περίπου 15 μέτρα και το βάθος του μέσα στη γη υπολογίζεται στα 15 χιλιόμετρα. Με το σεισμό της Πάρνηθας, το έδαφος όλης της περιοχής από τη Φυλή μέχρι τον Σαρωνικό, «βυθίστηκε» 6 – 8 εκατοστά. Μικρή μετακίνηση εκτιμάται ότι έγινε και με το σεισμό της Μαγούλας, τον Ιούλιο, που δεν έχει υπολογιστεί ακριβώς καθώς ήταν απειροελάχιστη. Σε ορισμένα σημεία του το ρήγμα έχει σπασίματα, τα οποία σύμφωνα με πρόχειρες εκτιμήσεις διευρύνθηκαν περαιτέρω με το σεισμό του Ιουλίου.

Αλιεύσαμε από την την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου ένα ενδιαφέρον άρθρο με το οδοιπορικό του σεισμολόγου Γεράσιμου Παπαδόπουλου στο σημείο:

Προκειμένου να γίνει γνωστό ότι το ρήγμα όχι απλά φαίνεται αλλά είναι και προσβάσιμο, η επιστημονική ομάδα «Natural Hazards Society» και ο δρ Γεράσιμος Παπαδόπουλος, μέλος της Επιτροπής Σεισμικού Κινδύνου και επιστημονικός συνεργάτης της Unesco, πραγματοποιούν ξεναγήσεις το προσεχές Σαββατοκύριακο. Οι επισκέπτες θα έχουν τη δυνατότητα να δουν από κοντά, να αγγίξουν και να γνωρίσουν το ρήγμα που προκάλεσε το μεγαλύτερο σε θύματα και ζημιές σεισμό των τελευταίων 20 ετών στη χώρα μας, αυτόν της 7ης Σεπτεμβρίου 1999.

«Μας εξέπληξε ο σεισμός του Ιουλίου. Είχαμε την εντύπωση ότι είχε απελευθερωθεί το σύνολο της σεισμικής ενέργειας το ’99. Δεν περιμέναμε σεισμό τέτοιου μεγέθους», είπε ο κ. Παπαδόπουλος, επισημαίνοντας ότι οι σεισμολόγοι δεν θεωρούν πιθανό να δώσει το ρήγμα της Πάρνηθας άλλο μεγάλο σεισμό τα επόμενα χρόνια.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η επιφάνεια του ρήγματος, λόγω της σταδιακής ανόδου από το έδαφος, είναι πολύ λεία, γνωστή στους επιστημονικούς κύκλους και ως «καθρέφτης».

Οπως ανέφερε ο κ. Παπαδόπουλος, «αυτό που βλέπουμε σήμερα είναι δημιούργημα της επανειλημμένης δράσης του εδώ και εκατομμύρια χρόνια. Ωστόσο, το ρήγμα έγινε γνωστό μόλις πριν από 20 χρόνια, μετά το σεισμό του ’99. Δεν ήταν λεπτομερώς χαρτογραφημένο, κανείς δεν το είχε μελετήσει, ούτε υπήρχε ένδειξη εάν ήταν ενεργό ή όχι.

«Το ξημέρωμα στις 8-9-1999 ανέλαβα εκ μέρους του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου και τοποθέτησα φορητούς σεισμογράφους σε διάφορα σημεία της Αττικής, μεταξύ των οποίων η Μονή Κλειστών και η Μονή Αγίου Κυπριανού στη Φυλή, για την παρακολούθηση της μετασεισμικής ακολουθίας. Παράλληλα, πραγματοποιήθηκε υπαίθρια γεωλογική έρευνα και μεταξύ των άλλων παρατηρήσαμε περιορισμένα κατολισθητικά φαινόμενα και, κυρίως, εντοπίσαμε το συγκεκριμένο ρήγμα, το οποίο από την κατοπινή έρευνα συσχετίστηκε με το σεισμό του 1999», ανέφερε ο σεισμολόγος. Ο ίδιος μαζί με τους συναδέλφους του Αθανάσιο Γκανά από το Αστεροσκοπείο Αθηνών και Σπύρο Παυλίδη από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης βραβεύτηκαν με Ειδικό Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για την καλύτερη μελέτη του σεισμού του 1999.

Εντυπωσιακή ήταν ακόμη μία παρατήρηση που έκανε η ομάδα των επιστημόνων μετά τον φονικό σεισμό της Πάρνηθας. Παρατήρησαν ότι μεγάλες πέτρες στο έδαφος κοντά στο ρήγμα είχαν αναπηδήσει προς τα επάνω και μετακινηθεί από τις θέσεις τους. «Αυτό σημαίνει ότι ο εδαφικός σεισμικός κραδασμός ήταν τόσο ισχυρός κοντά στο ρήγμα ώστε στιγμιαία ξεπέρασε τη δύναμη της βαρύτητας και ανατίναξε τις πέτρες προς τα πάνω», εξήγησε ο κ. Παπαδόπουλος.