Αντιδράσεις προκαλεί το νέο ασφαλιστικό για το Δημόσιο

0

Απογοήτευση φαίνεται ότι θα προκαλέσει το νέο ασφαλιστικό στο Δημόσιο και όσοι είχαν ελπίδες περί απόκατάστασης των αδικιών, θα πρέπει να προσγειωθούν σε μια διαφορετική πραγματικότητα.

Στο νέο νόμο δεν γίνεται καμία αναφορά για 13η και 14η σύνταξη των δημοσίων υπαλλήλων, ενώ το ίδιο συμβαίνει και με τους εργαζόμενους στα ΒΑΕ που προσδοκούσαν μείωση των ορίων ηλικίας τους.

Δεν αλλάζει κάτι για τους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι έλπιζαν σε νομοθετική ρύθμιση λόγω της ιδιαιτερότητας του επαγγέλματος, έχοντας καταθέσει σχετικές αγωγές.

Τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης δεν αλλάζουν και παραμένουν όπως είχαν διαμορφωθεί με το νόμο Κατρούγκαλου.

Όπως ήταν λογικό, τα παραπάνω προκάλεσαν την αντίδραση της ΑΔΕΔΥ, που προανήγγειλε κινητοποιήσεις.

ΠΟΙΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ ΕΠΗΡΕΑΖΟΝΤΑΙ

Όπως προκύπτει, από το νέο καθεστώς επηρεάζονται όλες οι συντάξεις, παλαιές και νέες με χρόνο ασφάλισης 30,1 έτη ή περισσότερα. Ο επανυπολογισμός των παλαιών συντάξεων που είχαν ήδη εκδοθεί πριν από τις 12 Μαίου του 2016, θα βρεθεί σε φάση «επανεκκίνησης» καθώς οι ανταποδοτικές συντάξεις πρέπει να υπολογιστούν ξανά με τα νέα ποσοστά αναπλήρωσης. Με την ίδια λογική επανυπολογίζονται και όλες οι «νέες συντάξεις», δηλαδή όσες έχουν εκδοθεί μετά τον νόμο Κατρούγκαλου. Όπως σημειώνουν ειδικοί της κοινωνικής ασφάλισης, η νέα ημερομηνία – κλειδί για όλες τις επερχόμενες αλλαγές είναι η 1η Οκτωβρίου 2019, καθώς το νέο ασφαλιστικό θα ισχύσει αναδρομικά από την στιγμή της έκδοσης της απόφασης του ΣτΕ.

Στο νέο τοπίο καθαρές αυξήσεις στην τσέπη από φέτος και πριν το 2023, εφάπαξ ή σε 5 ετήσιες δόσεις, μικρότερες ή μεγαλύτερες, αναμένεται να προκύψουν για:

Νέους συνταξιούχους από όλα τα πρώην Ταμεία του ιδιωτικού τομέα και το Δημόσιο που έχουν αποχωρήσει μετά τις 13 Μαΐου 2016 και δεν έχουν προσωπική διαφορά. Θα λάβουν όλο το ποσό της αύξησης εφόσον έχουν πάνω από 30 έτη ασφάλισης ως αναπροσαρμογή του μεικτού ποσού αναδρομικά από 1η Οκτωβρίου 2019. Στη διάταξη νόμου αναφέρεται πως από 1.10.2019 οι συντάξεις που έχουν απονεμηθεί με βάση το νόμο Κατρούγκαλου ή εκκρεμεί η απονομή τους (αιτήσεις από 13 Μαίου 2016 και μετά) υπολογίζονται εκ νέου σύμφωνα με τα νέα ποσοστά αναπλήρωσης. «Από 1.10.2019, καταβάλλονται τυχόν προκύπτουσες αυξήσεις στη σύνταξη» αναφέρει η σχετική διάταξη. Η μεσοσταθμική αύξηση σε αυτή την περίπτωση υπολογίζεται κοντά στα 50 ευρώ. Σύμφωνα με τον κ. Μπούρλο, στην κατηγορία αυτή φαίνεται κατ’ αρχάς να ανήκουν:

– Δημόσιοι υπάλληλοι ΥΕ και ΔΕ με χαμηλές και μεσαίες συντάξιμες αποδοχές που έχουν συνταξιοδοτηθεί με 30,1 έτη έως 44 χρόνια ασφάλισης.

– Παλαιοί συνταξιούχοι που αποχώρησαν πριν από τις 13 Μαΐου 2016 και έχουν πολύ μικρή θετική προσωπική διαφορά, κάτω από 50 ευρώ και κατά μέσο όρο στα 30 ευρώ, με την προϋπόθεση ότι ανήκουν στις κατηγορίες αυξηµένης ανταποδοτικότητας (έτη ασφάλισης 30,1 – 44), αλλά και άλλες ειδικές περιπτώσεις.

ΤΙ ΠΡΟΒΛΕΠΕΙ ΤΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ

Σε έξι άρθρα (23 έως 28) και 12 σελίδες περιλαμβάνονται οι ρυθμίσεις του νέου ασφαλιστικού νομοσχεδίου για το Δημόσιο.

Αναλυτικά:

Ενιαίοι κανόνες ασφάλισης παροχών υπαλλήλων Δημοσίου

Από 1.1.2017 το συνολικό ποσοστό εισφοράς κλάδου σύνταξης στον Ε.Φ.Κ.Α. ασφαλισμένου και εργοδότη ορίζεται σε 20% επί των συνταξίμων μηνιαίων αποδοχών των προσώπων της περίπτωσης α` της παραγράφου 1 του άρθρου 4, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά και κατανέμεται κατά 6,67% σε βάρος του ασφαλισμένου και κατά 13,33% σε βάρος του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.
2. α) Το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για τον υπολογισμό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς των μισθωτών και των εργοδοτών, ορίζεται στο ποσό των 6.500 ευρώ αναπροσαρμοζόμενο από 1.1.2023 έως 31.12.24 κατ΄ έτος με διαπιστωτική πράξη του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, κατά το ποσοστό μεταβολής του μέσου ετήσιου γενικού δείκτη τιμών καταναλωτή του προηγούμενου έτους. Σε περίπτωση αρνητικής τιμής του ως άνω ποσοστού το ποσόν των ασφαλιστέων αποδοχών παραμένει στα επίπεδα του προηγουμένου έτους. Από 1.1.2025 και εφεξής το ανώτατο όριο των ασφαλιστέων αποδοχών προσαυξάνονται κατ΄έτος κατά το δείκτη μεταβολής μισθών σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη παράγραφο 4 του άρθρου 8.
β) Οι ασφαλιστικές εισφορές για τα πρόσωπα, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 4 του ν.3660/2008 (Α΄ 78), παραμένουν στο ύψος που προβλεπόταν μέχρι την 1-1-2017.
3. Οι εισφορές δηλώνονται από τον εργοδότη στην Αναλυτική Περιοδική Δήλωση, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις .
4. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων μετά από γνώμη του Δ.Σ καθορίζονται οι απαιτούμενες διαδικασίες για τις προσαρμογές στα πληροφοριακά συστήματα και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.
5. Όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρεται ο Υπουργός Οικονομικών ως αρμόδιος για την έκδοση αποφάσεων επί συνταξιοδοτικών θεμάτων του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.), νοείται εφεξής ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, διατηρούμενης της συναρμοδιότητας του Υπουργού Οικονομικών επί θεμάτων εφαρμογής μισθολογικών διατάξεων επί συνταξιούχων κατά το π.δ. 169/2007.

Ασφάλιση Εξωκοινοβουλευτικών και Μετακλητών Υπαλλήλων

Τα μέλη της Κυβέρνησης και οι Υφυπουργοί που δεν είναι βουλευτές, καθώς και οι διοριζόμενοι σε οιαδήποτε θέση μετακλητού υπαλλήλου, ανεξαρτήτως σχέσεως εργασίας Δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από την ημερομηνία διορισμού τους διατηρούν το καθεστώς ασφάλισης κύριας και επικουρικής ασφάλισης, υγειονομικής περίθαλψης και εφάπαξ παροχής, στο οποίο υπάγονταν πριν από το διορισμό τους. Ο σχετικός χρόνος ασφάλισης θεωρείται ότι έχει διανυθεί στο καθεστώς αυτό.
2. α) Για την ασφάλισή τους, και για τους κλάδους στους οποίους προκύπτει υποχρέωση ασφάλισης βάσει του προγενέστερου καθεστώτος, καταβάλλονται ασφαλιστικές εισφορές:
i) για κύρια ασφάλιση, μηνιαία εισφορά σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 5.
ii) για υγειονομική περίθαλψη, μηνιαία εισφορά σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 41.
iii) για επικουρική ασφάλιση, μηνιαία εισφορά εμμίσθων ασφαλισμένων βάσει του άρθρου 97.
iv) για εφάπαξ παροχή, μηνιαία εισφορά εμμίσθων ασφαλισμένων βάσει του άρθρου 35.
β) Οι ανωτέρω ασφαλιστικές εισφορές υπολογίζονται επί των συνταξίμων μηνιαίων αποδοχών, όπως αυτές καθορίζονται για τα πρόσωπα που υπάγονται στο άρθρο 5 του παρόντος.
Η εισφορά ασφαλισμένου βαρύνει τα πρόσωπα της παρ. 1 και η εργοδοτική εισφορά, όπου προβλέπεται, το αρμόδιο Υπουργείο για τα μέλη της Κυβέρνησης και τους Υφυπουργούς ή τον φορέα στον οποίο γίνεται ο διορισμός για τους μετακλητούς υπαλλήλους.
Η εισφορά ασφαλισμένου παρακρατείται από τον εργοδότη, και αποδίδεται με την εργοδοτική εισφορά στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης.
γ) Η ασφαλιστική εισφορά που καταβάλλεται σύμφωνα με τα ανωτέρω θεωρείται εισφορά μισθωτού για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 17 και 36.
3. Εφόσον στο προγενέστερο καθεστώς ασφάλισης περιλαμβάνονται φορείς που δεν έχουν ενταχθεί στον Ε.Φ.Κ.Α. ή το ΕΤΕΑΕΠ καταβάλλονται οι προβλεπόμενες για τους φορείς αυτούς ασφαλιστικές εισφορές.
4. Εάν τα πρόσωπα της παρ. 1 κατά το αμέσως προηγούμενο πριν τον διορισμό τους δωδεκάμηνο δεν υπάγονταν στην ασφάλιση φορέα κύριας ασφάλισης της ημεδαπής, καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές για κύρια σύνταξη και υγειονομική περίθαλψη υπέρ του Ε.Φ.Κ.Α. (πρώην ΙΚΑ – ΕΤΑΜ), και για επικουρική ασφάλιση στον κλάδο επικουρικής ασφάλισης του ΕΤΕΑΕΠ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2.
5. Εάν τα πρόσωπα της παρ. 1 είναι συνταξιούχοι από ίδιο δικαίωμα, καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές για κύρια σύνταξη και υγειονομική περίθαλψη υπέρ του Ε.Φ.Κ.Α. (πρώην ΙΚΑ – ΕΤΑΜ).
6. Οι ρυθμίσεις των ανωτέρω παραγράφων εφαρμόζονται στα πρόσωπα της παρ. 1 που διορίζονται από 1/7/2019.
Σε περίπτωση που από την αναδρομική εφαρμογή των ανωτέρω ρυθμίσεων προκύψουν ποσά προς επιστροφή, το επιπλέον ποσό που έχει καταβληθεί συμψηφίζεται, μέχρι εξάλειψής του, με μελλοντικές καταβολές ασφαλιστικών εισφορών. Εάν προκύψει οφειλή, αυτή εξοφλείται σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, ίσες με τον αριθμό των μηνών για τους οποίους προκύπτει διαφορά, χωρίς την επιβολή προστίμων καθυστέρησης εξόφλησης.
7. Στις ανωτέρω ρυθμίσεις μπορούν να υπαχθούν και πρόσωπα της παρ. 1 που έχουν διοριστεί μέχρι 30/6/2019 και εξακολουθούν να υπηρετούν στις θέσεις, εφόσον υποβάλλουν σχετική αίτηση εντός τριμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Στην περίπτωση αυτή υπάγονται στις ρυθμίσεις του παρόντος από 1/7/2019.».

Ανταποδοτική σύνταξη

Οι υπάλληλοι-λειτουργοί του Δημοσίου και οι στρατιωτικοί, οι οποίοι θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης εξ ιδίου δικαιώματος, ανικανότητας ή κατά μεταβίβαση, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, δικαιούνται ανταποδοτικό μέρος σύνταξης, που προκύπτει με βάση τις συντάξιμες αποδοχές της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, το χρόνο ασφάλισης, όπως ορίζεται στο άρθρο 15 του παρόντος, και τα κατ’ έτος ποσοστά αναπλήρωσης, όπως αυτά προκύπτουν από τον πίνακα ο οποίος ενσωματώνεται στην παράγραφο 5, σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων παραγράφων.
2. α. Ως συντάξιμες αποδοχές για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους σύνταξης κύριας ασφάλισης εξ ιδίου δικαιώματος, ανικανότητας ή κατά μεταβίβαση λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου. Ο μέσος αυτός όρος υπολογίζεται ως το πηλίκο της διαίρεσης του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών δια του συνολικού χρόνου ασφάλισής του. Ως σύνολο μηνιαίων αποδοχών που έλαβε ο ασφαλισμένος νοείται το άθροισμα των μηνιαίων αποδοχών που υπόκεινται σε εισφορές, καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου.
Για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε ημερολογιακό έτος, προσαυξανόμενες σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 4. Στις περιπτώσεις συνταξιοδότησης με τις προϋποθέσεις των διατάξεων του τετάρτου εδαφίου της περίπτωσης α` της παρ. 1 των άρθρων 1 και 26 του π.δ/τος 169/2007, είτε με βάση τις διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτές, όπως ισχύουν κάθε φορά, καθώς και για όσα από τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις του ν. 612/1977 είτε με βάση τις διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτές και ισχύον κάθε φορά είτε με βάση τις διατάξεις του ν. 2084/1992, ως συντάξιμες αποδοχές επί των οποίων θα υπολογιστεί το ποσοστό αναπλήρωσης των 35 ετών λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου κατά τη διάρκεια της συνολικής ασφάλισής του.
β. Για το χρόνο ασφάλισης που αναγνωρίζεται πλασματικά, κατόπιν καταβολής του προβλεπόμενου ποσού εξαγοράς, ως συντάξιμες αποδοχές ορίζεται το ποσό που θα αποτελούσε τον ασφαλιστέο μηνιαίο μισθό-εισόδημα αν εκλαμβανόταν ως μηνιαία εισφορά το ποσό που καταβλήθηκε για την εξαγορά κάθε μήνα ασφάλισης.
3. Για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους της σύνταξης των προσώπων των περιπτώσεων β` και γ` της παραγράφου 1 του άρθρου 6, ως συντάξιμες αποδοχές λαμβάνεται υπόψη ο, σύμφωνα με την περίπτωση α` της παραγράφου 2, μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών, όπως αυτές ισχύουν κατά περίπτωση με βάση τις διατάξεις της ίδιας παραγράφου, που προκύπτει από το ασφαλιστικό έτος 2002 και έως την έναρξη καταβολής της σύνταξης του υπαλλήλου – λειτουργού του Δημοσίου ή του στρατιωτικού.
Αν δεν προκύπτει χρόνος ασφάλισης (πραγματικός, πλασματικός, χρόνος προαιρετικής ασφάλισης ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιμος), τουλάχιστον πέντε (5) ετών από την 1.1.2002 μέχρι την έναρξη καταβολής της σύνταξης του υπαλλήλου – λειτουργού του Δημοσίου ή του στρατιωτικού, τότε για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών αναζητείται χρόνος ασφάλισης (πραγματικός, πλασματικός, χρόνος προαιρετικής ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιμος) και κατά το πριν την 1.1.2002 χρονικό διάστημα και μέχρι τη συμπλήρωση συνολικά έως πέντε (5) ετών ασφάλισης.
Για συντάξεις με έναρξη καταβολής από 1.1.2021, αν δεν προκύπτει χρόνος ασφάλισης (πραγματικός, πλασματικός, χρόνος προαιρετικής ασφάλισης ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιμος), τουλάχιστον δέκα (10) ετών από την