Σκέψεις ως προς την υποχρεωτικότητα και το δικαίωμα επιλογής του εμβολίου κατά την υλοποίηση του Εθνικού Επιχειρησιακού Σχεδίου Εμβολιασμού

Symbol of law and justice in the empty courtroom, law and justice concept.
0
Γράφει ο Ανδρέας Κίγκας
Δικηγόρος
Η πανδημία του κορονοϊού ένα και πλέον έτος από την έλευση της αναμφίβολα έχει αφήσει το αποτύπωμά της στην κοινωνική και οικονομική ζωή, ενώ καθ’ όλο αυτό το διάστημα ανέκυψαν πλείστα ζητήματα συνταγματικής υφής. Μεταξύ αυτών, εύλογα, εντονότερη ήταν η συζήτηση για τη συνταγματικότητα ή μη του περιορισμού πληθώρας ατομικών δικαιωμάτων. Ωστόσο, η είδηση της παραγωγής και διάθεσης του εμβολίου κατά του Covid-19 μοιραία δημιούργησε ένα επιγενόμενο πεδίο συζήτησης σχετικά με την (αντι)συνταγματικότητα της υποχρεωτικότητας του εμβολίου.
Ως προς το τελευταίο ζήτημα οι απόψεις διίστανται. Η μία άποψη χαρακτηρίζει ως αντισυνταγματικό το μέτρο του υποχρεωτικού εμβολιασμού βασιζόμενη στην υπέρτατη κρατική υποχρέωση σεβασμού της αξίας του ανθρώπου (αρ. 2 Σ.), στο δικαίωμα ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (αρ. 5 Σ), όπως αυτό εξειδικεύεται στην παρ. 5 για την προστασία της ατομικής υγείας και της γενετικής ταυτότητας και ενδεχομένως στην απαγόρευση της βλάβης της υγείας του ανθρώπου ή κάθε άλλης προσβολής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (αρ. 7 παρ. 2 Σ). Αντίστοιχα, στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη η θεμελίωση της παραπάνω θέσης -τουλάχιστον στο πρωτογενές δίκαιο- βρίσκει έρεισμα στα αρ. 1, 3, 4 και 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Σε διεθνές επίπεδο αξίζει να αναφερθούν τα αρ. 1, 3, 5 και 8 της ΕΣΔΑ καθώς και το αρ. 5 της Σύµβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας του ατόμου σε σχέση µε τις εφαρμογές της βιολογίας και της ιατρικής (γνωστής και ως Σύμβαση του Οβιέδο), η οποία μάλιστα κυρώθηκε με το Ν. 2619/1998 έχουσα δυνάμει του αρ. 28 παρ. 1 Σ. υπέρτερη τυπική ισχύ έναντι των εθνικών διατάξεων.
Αντίθετα, η άλλη άποψη προκρίνει τη συνταγματικότητα του υποχρεωτικού εμβολιασμού βάσει της ρήτρας περιορισμού του αρ. 5 παρ. 1 Σ. αναφορικά με την προστασία των δικαιωμάτων τρίτων, του αρ. 21 παρ. 3 του Σ. σχετικά με την υποχρέωση του Κράτους να μεριμνά για την υγεία των πολιτών και της αξίωσης του Κράτους για την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης κατ’ άρθρο αρ. 25 παρ. 4 Σ. Σε πρωτογενές ενωσιακό επίπεδο αντίστοιχη επιχειρηματολογία δύσκολα μπορεί να συναχθεί από το αρ. 35 του ΧΘΔΕΕ, καθώς μάλλον απαιτούνται λογικά άλματα, ώστε το δικαίωμα πρόσβασης στην πρόληψη και το δικαίωμα ιατρικής περίθαλψης να οδηγήσει σε υποχρεωτικό καθολικό εμβολιασμό. Ωστόσο, σε διεθνές επίπεδο επιχειρήματα υπέρ του υποχρεωτικού εμβολιασμού πηγάζουν από τους περιορισμούς του αρ. 8 παρ. 2 ΕΣΔΑ, μεταξύ των οποίων μνημονεύεται και η προστασία της [δημόσιας] υγείας η/και στο αρ. 26 της προαναφερθείσας Σύμβασης του Οβιέδο. Προσωπικά τόσο σε νομικό όσο και σε πραγματικό επίπεδο η άποψη του υποχρεωτικού καθολικού δεν με βρίσκει σύμφωνο.
Πάντως, προς το παρόν το σενάριο του καθολικού υποχρεωτικού εμβολιασμού φαίνεται να απομακρύνεται. Τούτο ιδίως ενόψει του με αριθμό 3261/2021 ψηφίσματος του Συμβουλίου της Ευρώπης, (διεθνές όργανο, στο οποίο μετέχουν 47 κράτη μεταξύ των οποίων και τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ), όπου συστήνεται τόσο στα κράτη όσο και στη ΕΕ να διασφαλίζουν την ενημέρωση των πολιτών αναφορικά με τη μη υποχρεωτικότητα του εμβολίου και την αποφυγή των διακρίσεων σε περίπτωση που κάποιος δεν επιθυμεί για οποιονδήποτε λόγο να εμβολιασθεί. Δεδομένου ότι η σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης δεν έχει δεσμευτική ισχύ αλλά διακηρυκτικό χαρακτήρα, δεν μπορεί κανείς να διαγνώσει με βεβαιότητα τη στάση που θα τηρήσει η ΕΕ και κατ’ επέκταση τα κράτη-μέλη σχετικά με την υποχρεωτικότητα των εμβολίων.
Σημειώνεται ότι στην Ελλάδα πριν την έκδοση του ανωτέρω ψηφίσματος του Συμβουλίου της Ευρώπης με τη ψήφιση του Ν. 4675/2020 (αρ. 4 παρ. 3) προβλέφθηκε ότι σε περιπτώσεις εμφάνισης κινδύνου διάδοσης μεταδοτικού νοσήματος, που ενδέχεται να έχει σοβαρές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία, μπορεί να επιβάλλεται, με απόφαση του Υπουργού Υγείας, μετά από γνώμη της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων, υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού με σκοπό την αποτροπή της διάδοσης της νόσου. Με την ίδια υπουργική απόφαση θα ορίζονται η ομάδα του πληθυσμού ως προς την οποία καθίσταται υποχρεωτικός ο εμβολιασμός με καθορισμένο εμβόλιο, η τυχόν καθορισμένη περιοχή υπαγωγής στην υποχρεωτικότητα, το χρονικό διάστημα ισχύος της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού, το οποίο πρέπει πάντοτε να αποφασίζεται ως έκτακτο και προσωρινό μέτρο προστασίας της δημόσιας υγείας για συγκεκριμένη ομάδα του πληθυσμού, η ρύθμιση της διαδικασίας του εμβολιασμού και κάθε άλλη συναφής λεπτομέρεια. Η εν λόγω διάταξη, καίτοι δεν επιβάλλει ευθέως τον υποχρεωτικό καθολικό εμβολιασμό, δίδει σαφή εξουσιοδότηση στον Υπουργό Υγείας για τη ρύθμιση των ειδικότερων προϋποθέσεων αυστηρά στα πλαίσια που η ίδια καθορίζει. Όμως, μέχρι στιγμής δεν έχει γίνει χρήση αυτής.
Παρά ταύτα είναι πιθανό στο άμεσο μέλλον να ανακύψουν διάφοροι προβληματισμοί αναφορικά με τη συνταγματικότητα συγκεκαλυμμένων μέτρων επιβολής του εμβολιασμού. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Ισραήλ, όπου ήδη έχει επιτραπεί η πρόσβαση σε γυμναστήρια, κολυμβητήρια, χώρους λατρείας και μπαρ μόνο σε όσους έχουν υποβληθεί σε εμβολιασμό και φέρουν μαζί τους συγκεκριμένο πιστοποιητικό ή βεβαίωση εμβολιασμού. Σημειώνεται ότι οποιουδήποτε μέτρου που εισάγει διακρίσεις μεταξύ εμβολιασθέντων και μη περιορίζοντας συνταγματικά δικαιώματα των τελευταίων πρέπει να προηγείται αυστηρός έλεγχος αναλογικότητας (προσφορότητα, αναγκαιότητα, stricto sensu αναλογικότητα), με συνέπεια η αδιάκριτη και γενικευμένη επιβολή της τήρησης βεβαίωσης/πιστοποιητικού εμβολιασμού ή «διαβατηρίου» για κάθε ειδικότερη εκδήλωση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας να πρέπει εκ των προτέρων να αποκλειστεί.
Βέβαια, ασχέτως της θέσης που υποστηρίζει κανείς για την υποχρεωτικότητα ή μη του εμβολίου -πολλώ δε μάλλον αν ο εμβολιασμός εν τέλει επιβληθεί άμεσα ή έμμεσα- η υλοποίηση του ελληνικού προγράμματος εμβολιασμού γεννά επιπλέον ζητήματα συνταγματικότητας απτόμενα στο δικαίωμα επιλογής καθενός του επιθυμητού εμβολίου.
Τον πρώτο καιρό λόγω της «μονοπωλιακής» κυκλοφορίας του εμβολίου από μία κατασκευάστρια εταιρεία δεν ανέκυψαν οι σκέψεις αυτές. Ωστόσο, η κυκλοφορία τριών και σύντομα τεσσάρων ή και περισσότερων εμβολίων δημιουργεί ζητήματα μείζονος συνταγματικής σημασίας. Κατά την εφαρμογή του Εθνικού Επιχειρησιακού Σχεδίου Εμβολιασμού κατά της COVID-19 έχει παρατηρηθεί ο αποκλεισμός του δικαιώματος επιλογής μεταξύ των διαθέσιμων εισαγόμενων εμβολίων. Η παράλειψη κάθε μνείας ως προς τη δυνατότητα επιλογής εμβολίου από το κείμενο του Εθνικού Επιχειρησιακού Σχεδίου είναι ηθελημένη και εξυπηρετεί άσχετους με την υγεία των πολιτών σκοπούς. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων η διάγνωση του τύπου του εμβολίου που θα χορηγηθεί στον υποκείμενο σε εμβολιασμό πολίτη λαμβάνει χώρα μάλλον από τον προγραμματισμό της επαναληπτικής δόσης (αν δηλαδή αυτή θα είναι στις 20 ή στις 28 ημέρες ή στις 12 εβδομάδες) ή σε περίπτωση που κάποιος δεν γνωρίζει τις διαφορές επαφίεται στην καλή διάθεση του νοσηλευτικού προσωπικού που διενεργεί τους εμβολιασμούς.
Η απουσία ενημέρωσης σχετικά με τον τύπο εμβολίου αλλά ενδεχομένως και με άλλα δεδομένα γύρω από αυτό καθώς και η αδυναμία επιλογής του πρόσφορου για τον κάθε πολίτη εμβολίου δε συνάδει ούτε με το δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας ούτε με την υποχρέωση του Κράτους να μεριμνά για την υγεία των πολιτών κατ’ άρθρο 21 παρ. 3 Σ. Επίσης, τέτοιου είδους πρακτικές δεν εξασφαλίζουν την υποχρέωση ενημέρωσης και της ρητής κατόπιν ενημέρωσης συναίνεσης του ενδιαφερομένου, όπως τουλάχιστον επιτάσσει η Σύμβαση του Οβιέδο.
Περαιτέρω, η ανάγκη διαφύλαξης του δικαιώματος επιλογής εμβολίου καθίσταται αδήριτη υπό το φως των εξελίξεων των τελευταίω